Θεωρία καὶ Ἐξάσκηση ΙΙ

                        ι)          Περισσότεροι κανόνες

1) Ἀπὸ τὰ δίχρονα, σχετικὰ εὔκολα εἶναι τὰ -αι (βραχὺ στὴ λήγουσα τῶν ρημάτων, τῶν οὐσιαστικῶν καὶ τῶν ἐπιθέτων (π.χ., εἶναι, δεῖξαι, χῶραι, πρῶται, κ.ἄ.) καὶ μακρὸ σὲ ὅλες τὶς ἄλλες θέσεις) καὶ τὸ -οι (βραχὺ στὴ λήγουσα τῶν οὐσιαστικῶν καὶ τῶν ἐπιθέτων (π.χ., κῆποι, χῶροι, τελευταῖοι, πατρῷοι, κ.ἄ.) καὶ μακρὸ σὲ ὅλες τὶς ἄλλες θέσεις ΚΑΙ στὴ λήγουσα τῶν ρημάτων)· ἡ βραχεῖα φύση ἀναιρεῖται ἀπὸ τὸ τελικὸ -ς (π.χ., χώραις, ἀνθρώποις, κ.ἄ. - ὑπερισχύει ὁ κανόνας 7).


2) Οἱ ὑποτακτικὲς σὲ -ῇς, -ῇ, -ῃς, -ῃ, -ᾷς, -ᾷ, -ῷμεν, ῳμεν παίρνουν ὑπογεγραμμένη ὅπως καὶ ἡ ὁριστικὴ τῶν συνηρημένων σὲ -άω (ὄχι στὴ δημοτική).


3) Οἱ αὐξήσεις ρημάτων ποὺ ἀρχίζουν ἀπὸ σύμφωνο ψιλοῦνται ἀνεξαιρέτως (π.χ., κάνω > ἔκανα, φεύγει > ἔφευγε, σταυρώνομαι > ἐσταυρωμένος, κ.ἄ.).  Οἳ  αὐξήσεις ρημάτων ποὺ ἀρχίζουν ἀπὸ φωνῆεν στὸν ἐνεστῶτα, ἀκολουθοῦν τὸ πνεῦμα τοῦ ἐνεστώτα (π.χ., (ἐ)θέλω > ἤθελα, εἶμαι > ἤμουν, ἔρχομαι > ἦλθα, κ.ἂ.).

Στὸ δεύτερο τμῆμα, σημαντικὴ ἐξαίρεση τὸ δασυνὀμενο 'ἕξω' (μέλλων τοῦ 'ἔχω') ἂν καὶ ὅλοι οἱ ἄλλοι χρόνοι τοῦ 'ἔχω' ψιλοῦνται κανονικά.


4) Ὅλες οἱ ἀρνητικὲς/στερητικὲς λέξεις ἀπὸ ἀ(ν)- (π.χ., ἀναρχία, ἀνεκτίμητος, ἄμμωμος, ἀπύθμενος, ἄψογος, ...) καὶ οὐ- (π.χ., οὐδείς, οὔτε, οὐκ, οὐχί/ὄχι, οὐτοπία, ...) καὶ ὅλες οἱ λέξεις ποὺ ἀρχίζουν ἀπὸ εὐ- (π.χ., εὖ, εὖγε, εὐχαριστῶ, ...), ἀνθρωπ- (π.χ., ἄνθρωπος, ἀνθρώπινος, ἀνθρωπότητα, ...), ἀνδρ- (π.χ., ἄνδρας, ἀνδρεῖος, ἀνδρειωμένη, ἀνδροειδές, ...), ἀλλο- (π.χ., ἀλλοῦ, ἀλλιῶς, ἀλλοδαπός, ...), ἰδιο- (π.χ., ἴδιος, ἰδίως, ἰδιοκατοίκηση, ...) καὶ ἰσο- (π.χ., ἴσως, ἴσια, ἰσότητα, ἰσονομία, ...) ψιλοῦνται, ὅπως καὶ ὅλα τους τὰ σύνθετα.


5) Ὅλες οἱ σύνθετες ποὺ ἀρχίζουν ἀπὸ ἑλλ- (π.χ., Ἑλλάς, Ἕλληνας, ἑλληνικό, ...), ὁλο- (π.χ. ὅλο, ὁλόκληρο, ὁλότητα, ...), ἡμι- (π.χ., ἥμισυ, ἡμίωρο, ...), ὁμο- (π.χ., ὅμοιος, ὁμοῦ, Ὁμογένεια, ...), ὁσ-(π.χ., ὅσο, ὁσονούπω, ὁσάκις, ὁσοδήποτε, ...), ἁγι(ο)- (π.χ., ἅγιος, ἁγιάζω, ἁγιότητα, ...), αἱμ- (π.χ., αἷμα, αἱματηρός, αἱμοπετάλια, ...) καὶ τὰ ὰναφορικὰ ἀπὸ ὁ- (π.χ., ὅταν, ὅπου, ὁποῖος/α/ο, ὅποτε, ὅπως, ...) δασύνονται, ὅπως καὶ ὅλα τους τὰ σύνθετα.


6) Συγκεκριμμένες καταλήξεις

Οἱ συγκεκριμένες καταλήξεις μὲ δίχρονα εἶναι τὸ πρόβλημα:

α) Χαρακτηριστικὰ εύκολο εἶναι τὰ σὲ -ις τριτόκλιτα θηλυκὰ ποὺ ἔχουν τὴν κατάληξη βραχεῖα (π.χ., πτῶσις, κλῆσις, αὔξησις, κ.ἄ.).

β)  Τὰ οὐδέτερα οὐσιαστικὰ σὲ -ίο(ν)/-ία ἔχουν τὸ -ι- βραχύ (π.χ., βιβλίο, θρανίο, κ.ἄ.)

γ) Πιὸ προβληματικά, τὰ θηλυκὰ οὐσιαστικὰ σὲ -α ἔχουν τὸ -α βραχύ (π.χ., τράπεζα, γαῖα, κ.ἀ.), ἐκτὸς τῶν -ἰα (ἱστορία, φρυκτωρία, κακία, κ.ἂ.) καὶ -εία  (πορεία, λατρεία, θρησκεία, κ.ἄ.) καὶ τῶν -ρα (π.χ., χώρα, ὥρα, Ἣρα, κ.ἂ.) ἀλλὰ μὲ πληθώρα ἐξαιρέσεων (χῦτρα, σφαῖρα, σφῦρα, μοῖρα, κ.ἄ.).
Πιὸ εὔκολα, τὰ θηλυκὰ ἐπίθετα σὲ -α τὸ ἔχουν μακρὸ ἐὰν τὸ ἀρσενικὸ τελειώνει σε -ὸς (π.χ., ὡραῖος/ὡραία, γελοῖος/γελοία, ἀθῷος/ἀθῴα, κ.ἄ.) καὶ βραχὺ ἐὰν τὸ ἀρσενικὸ τελειώνει σὲ -ὐς (π.χ., ὀξύς/ὀξεῖα, βαρῦς/βαρεῖα, δασύς/δασεῖα, κ.ἂ.).

δ) Τέλος, τὸ ἄτονο -α(-) στὴ λήγουσα τῶν ρημάτων εἶναι πάντα βραχύ (π.χ., ἦρθα, εἶδαν, πῆδα, τόνισαν, λέλυκα, πεπαίδευκας, κ.ἄ.) μὲ ἐξαίρεση τῆς ἀρσενικὲς καὶ οὐδέτερες μετοχὲς ἐνεργητικοῦ ἀορίστου (π.χ., πατήσας, φονεύσας, ἀναγνώσας, κ.ἄ.)· ὅσες τονίζονται στὴ λήγουσα τὸ ἔχουν μακρὸ διότι ὑπερτερεῖ ὁ κανόνας τῶν συνειρημμένων.


7) Ἀξιολόγηση διχρόνων καταλήξεων: Καθὼς στὴν Ἀρχαῖα καὶ στὴν Καθαρεύουσα ἀπαγορεύεται νὰ τονίζεται μία λέξη στὴ προπαραλήγουσα ἂν ἔχει τὴ λήγουσά της μακρά (μόνη εξαίρεση τὰ τριτόκλιτα θηλυκὰ σὲ -ις ποὺ παραβιάζουν τὸν κανόνα στὶς δύο γενικές, π.χ., πόλεως, πόλεων, ἀσκήσεως, ἀσκήσεων, κ. ἄ.), μπορεῖ ὁ κανόνας νὰ χρησιμοποιεῖται γιὰ τὴν ἀξιολόγηση τῆς μακρότητας/βραχύτητας διχρόνων.  ἔτσι τὰ ἔρχομαι, ἂνθρωποι, αὔξησις, τράπεζα, τόνισαν ἐπιβεβαιώνουν τὴ βραχύτητα τῶν ληγουσῶν τους, ὅπως προαναφέρθηκε στοὺς δημερινοὺς κανόνες


8) Ἀνάγκη γιὰ ἐξάσκηση

Ἡ Ἑλληνικὴ εἶναι γλῶσσα ἀνθρώπων καί, ὡς τέτοια, βρίθει κανόνων, ὑπο-κανόνων καὶ ἐξαιρέσεων.  Σὲ τελικὴ ἀνάλυση, τὸ Πολυτονικό της μαθαίνεται μόνο μέσα ἀπὸ τὴ συνεχὴ ἐξάσκηση, τόσο τὴν παθητική (ἀνάγνωση πολυτονισμένων κειμένων) ὅσο καὶ τὴν ἐνεργητική (πολυτονικὴ γραφή). 

                        ιι)         Παραδείγματα

ιι) Παραδείγματα

(Δημοτική)

Σε τι κόσμο θα ζησουμε; Ποια εποχη ανατελλει μπροστα μας;

[...]

Σιγουρα, ο κόσμος που διαμορφωνεται θα ειναι αστικοποιημενος σε πρωτοφανη κλιμακα καθως, για πρωτη φορα στην ιστορια, περισσοτεροι ανθρωποι ζουν σε πολεις παρα στην υπαιθρο. Στις αρχες του 19ου αιωνα το ποσοστο του ανθρωπινου πληθυσμου που κατοικουσε σε πολεις δεν ξεπερνουσε το 5% του συνολου. Στις αρχες του 21ου αιωνα, περισσότεροι από τους μισούς ανθρώπους (περιπου το 55% ) ζουν σε πόλεις, μεγαλουπόλεις και μητροπολιτικά κέντρα. [...]

Με βαση στοιχεια εκθεσης του Οργανισμου Ηνωμενων Εθνων, το ετος 2018 περιπου το 26,5% των ανθρωπων στον πλανητη κατοικουσε σε πολεις με πληθυσμο μικροτερο των 500 χιλιαδων, το 5,5% σε πολεις απο 500 χιλιαδες εως ενα εκατομμυριο κατοικους, το 12% σε μητροπολιτικα κεντρα που ο πληθυσμος τους κυμαινοταν μεταξυ ενος και πεντε εκατομμυριων, το 4,5% σε αστικες μεγα-περιοχες απο 5.000.000 μέχρι 10.000.000 κατοικους ενω, τελος, το 7% περιπου ζουσε σε υπερ,εγαλουπολεις (τις λεγομενες Megacities), με πληθυσμο ανω των δεκα εκατομμυριων. Το υπολοιπο 45% κατοικουσε στην υπαιθρο και το ποσοστο αυτο αναμενεται να πεσει στο 40% μεχρι το τελος της δεκαετιας στην οποια εισερχομαστε.

Παραλληλα, οι αστικοποιημενοι πληθυσμοι εκτος του βορειοατλαντικου χωρου, Ευρωπης και Βορειας Αμερικης, αποκτουν μεγαλυτερη κεντρικοτητα και βαρυτητα, καθως στην Ασια κατα την εικοσιπενταετια 1990-2015 ο απολυτος αριθμος των ανθρωπων που μετακινηθηκε προς αστικα κεντρα εκτιμηθηκε σε 1,1 00,000,000 ενω, την ιδια χρονικη περιοδο, ο πληθυσμος της Αφρικης που αστικοποιηθηκε διπλασιαστηκε.

(Δ. Πεπόνης, 'Περίγραμμα ἑνὸς Ἀναδυόμενου Κόσμου', www.antibaro.gr/article/27664)




(Καθαρεύουσα)

Απο του μεσου αρχονται συνηθως οι επικοι ποιηται· ταυτο ποιουσι και οι μυθιστοριογραφοι, οσοι τας δεκατομους τυχας των Πορθων και Αραμιδων παραγγελουσιν υπομισθιω εφημεριδι να ονομαση, αριστοτελικη αδεια, 'εποποιιας'· επειτα ο ηρως, οταν ευρη ευκαιριαν, εντος σπηλαιου η ανακτορου, επι ευωδους χλοης η μαλακης κλινης διηγειται τα προηγουμενα τη ερωμενη, επει ευνης και φιλοτητος εξ ἔρον ἕντο.

Ούτω θελει ο Λατινος Ορατιος εν τη Ποιητικη· τουτο συνιστωσι και οι βιβλιοπωλαι, οσακις παραγγελλουσι βιβλίον, οριζοντες εις τον συγγραφεα το μηκος, το πλατος και την υλην αυτου ως του ενδυματος εις τον ραπτην. Τοιαυτη, τελος, ειναι η κοινη μεθοδος· αλλ' εγω προτιμω ν' αρχισω απο την αρχην· ο δε αγαπων την κλασικην αταξιαν δυναται ν' αναγνωση πρωτον τας τελευταιας του βιβλιου μου σελιδας και έπειτα τας πρωτας, μετασχηματιζων ουτω εις επικον μυθιστορημα την απεριττον και φιλαληθη διηγησιν μου.

(Ῥοΐδης, Ἐμμ., Ἡ Πάπισσα Ἰωάννα, Α')


(Βυζαντινὴ Λογία)

Ακουσαντες δε ημεις εν τη πολει της τοσαυτης κραυγης ωσει ηχον μεγαν θαλασσης, ελογιζομεθα τι αρα εστι· μετ’ολίγον δε εμαθομεν βεβαιως και εν αληθεια οτι επι την αυριον ο Ἀμηρᾶς [< Ἐμίρης, ἐδῶ: ὁ Σουλτάνος (Μωάμεθ ὁ Β’)] ητοιμασεν χερσαιον τε και υδραιον πολεμον σφοδρως, οσον αυτω ην δυνατον, δωσαι τη πολει. Ημεις δε θεωρουντες τοσουτον πληθος των ασεβων, λεγω ως εμοι δοκει, οντως καθ’εκαστον ημων πεντακοσιοι και πλειον ησαν εξ αυτων, και εις την ανω προνοιαν πασας ημων τας ελπιδας ανεθεμεθα. Και προσταξας ο Βασιλευς ινα μετα των αγιων και σεπτων εικονων και των θειων εκτυπωματων ιερεις, αρχιερεις και μοναχοι, γυναικες τε και παιδια, μετα δακρυων δια των τειχων της πολεως περιερχομενοι το ‘Κυριε ελεησον’ μετα δακρυων εκραζον, και τον Θεον ικετευον ινα μη δια τας αμαρτιας ημων παραδωση ημας εις χειρας εχθρων ανομων και αποστατων και πονηροτατων παρα πασαν την γην, αλλ’ἵλεως γενησηται ημιν τη κληρονομια αυτου. Και μετα κλαυθμου αλληλους ενεθαρρυνοντο ινα ανδρειως αντισταθωσι τοις εναντιοις επι τη ωρα της συμπλοκης. Ομοιως δε και ο Βασιλευς τη αυτη οδυνηρα εσπερα της Δευτερας συνάξας πάντας τους εν τελει αρχοντας και αρχομενους δημαρχους και εκατονταρχους και ετερους προκριτους στρατιωτας ταυτα εφη:

(Γ. Φραντζῆς/Σφραντζῆς, “Μικρὸν Χρονικόν”, ἠλ. σ. 114)


                        ιιι)         Ἀποστολὴ κατ’οἶκον ἐργασίας

Γράψτε μία παράγραφο 50-75 λέξεις σὲ νέα ἑλληνικά, καθομιλουμένη ἢ καθαρεύουσα, σὲ ἐλεύθερο θέμα.


Κωνσταντινουπολη – Τα Ονοματα της απο το Σημερα προς την Απαρχη

Ειτε την σκεφτουμε νοσταλγικα ως ‘Κωνσταντινουπολη’, ειτε με το σημερινο της ονομα ‘Ιστανμπουλ’, η Πολη παραμενει ενας μαγνητης που μας ελκει. Ρεαλιστικα, ειναι η μεγαλυτερη πολη της Τουρκιας και του Μεσογειακου χωρου και μια απο τις πολυπληθεστερες στον κοσμο, η μονη διηπειρωτικη πολη και ενα ισχυρο εμπορικο και οικονομικο κεντρο.

Επίσημα λέγεται ‘Ιστανμπουλ’, ονομασια που οι γλωσσολογοι και ιστορικοι συμφωνουν οτι προερχεται απο την ελληνικη φραση ‘εις την Πολιν’· ἐναλλακτικά, προτείνεται ἡ συγκοπὴ (Κων)σταν(τινού)πολ(ις) μὲ ἕνα Ι-, πιθανῶς ὡς ἀπομίμηση τοῦ θηλυκοῦ ἄρθρου (ὅπως καὶ στὸ Izmir < Σμύρνη καὶ στὸ Isparta < Σπάρτη). Παντως, η πρωτη της τουρκικη ονομασια ειναι ‘Κονσταντινιγέ’ (μαλλον, δανειο απο την Αραβικη) και στα Οθωμανικα χρονια επονομαζοταν τρυφερα ‘Ντὲρ Σααντέτ – Πυλη της Ευμαρειας’.

Πριν την Αλωση του 1453, ονομαζοταν ‘Κωνσταντινουπολη’ η σκετο ‘Πολη’, αν και το επισημο ονομα της απο το 330 ηταν ‘Νεα Ρωμη’· τιμητικα, την αποκαλουσαν και ‘Βασιλευουσα’.

Πριν την ελευση του Ρωμαιου αυτοκρατορα Κωνσταντινου Α’, για μια συντομη περιοδο της ρωμαϊκης κατακτησης μετονομαστηκε σε ‘Αυγουστα Αντωνινα’.

Πριν ομως, υπηρχε το ‘Βυζαντιο’, μια αποικια των Μεγαρεων (ο αρχηγος των οικιστων λεγοταν ‘Βυζας’, πιθανως ενα παρωνυμιο για ενα παιδι που θηλαζε πολυ) η οποια ιδρυθηκε το 660 π.Χ. και που, λογω της στρατηγικης της θεσης, συνεχεια την εποφθαλμιουσαν οι ισχυροι της περιφερειας· τα δυο γνωστοτερα ’τεκνα’ της ηταν η ποιητρια Μοιρω/Μυρω η Βυζαντια και ο διευθυντης της Βιβλιοθηκης της Αλεξανδρειας Αριστοφανης ο Βυζαντιος που επινοησε το Πολυτονικο Συστημα.

Ενα βημα πιο πισω, υπηρχε ο θρακικος οικισμος ‘Λύγγος’ (στη σημερινη θέση Σαράιμπουρνου, στην ιδια θεση με το κατοπινο ‘Βυζαντιο’) μαλλον απο τις αρχες της πρωτης χιλιετιας π.Χ.· δυστυχως, δεν εχουμε ενδειξεις του τι μπορει να σημαινει αυτο το πρωτο ονομα.

Τελος, πριν το Λυγγο, υπηρχε ενας νεολιθικος οικισμος περιπου απο το 5.500 π.Χ. αλλα δε μας εχει διασωθει το ονομα του ...



Μοιρὼ/Μυρὼ ἡ Βυζαντία

Νυμφαι Ἀνιγριάδες, ποταμου κοραι, αι(1) ταδε βενθη(2)

αμβροσιαι ροδεοις(3) στειβετε ποσσιν(4) αει

χαιρετε και σωζοιτε Κλεωνυμον, ος ταδε καλα

εἵσαθ’ υπαι πιτυων ὔμμι(5), θεαι, ξοανα.

(Παλατινὴ Ἀνθολογία, τ. 1, σ. 396)


1. οἱ ὁποῖες

2. βάθη

3. ροδαλά (δοτ.)

4. πόδια (δοτ.), συνήθως γράφεται ‘ποσίν’

5. ἔστησε κάτω ἀπὸ πεῦκα γιὰ σᾶς